νανούρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νανούρισμα νανουρίσματα
γενική νανουρίσματος νανουρισμάτων
αιτιατική νανούρισμα νανουρίσματα
κλητική νανούρισμα νανουρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νανούρισμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /na.ˈnu.ɾi.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νανούρισμα ουδέτερο

  1. σιγανό και απαλό τραγούδι που τραγουδάμε (συνήθως σε ένα βρέφος ή μικρό παιδί) για να αποκοιμηθεί
  2. οποισδήποτε ρυθμικά επαναλαμβανόμενος ήχος μπορεί να μας κάνει να κοιμηθούμε
    το νανούρισμα του τρένου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]