ναργιλές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναργιλές ναργιλέδες
γενική ναργιλέ ναργιλέδων
αιτιατική ναργιλέ ναργιλέδες
κλητική ναργιλέ ναργιλέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναργιλές < τουρκική nargile < περσική نارگيل (nārgīla) < σανσκριτική नारिकेला (nārikela, καρύδα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναργιλές αρσενικό και αργιλές

  1. συσκευή καπνίσματος ασιατικής προέλευσης στην οποία ο εισπνεόμενος καπνός φιλτράρεται προηγουμένως σε νερό
    ας πιούμε ένα(ν) ναργιλέ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]