ναρκισσισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναρκισσισμός ναρκισσισμοί
γενική ναρκισσισμού ναρκισσισμών
αιτιατική ναρκισσισμό ναρκισσισμούς
κλητική ναρκισσισμέ ναρκισσισμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ναρκισσισμός < γαλλική narcissisme < Νάρκισσος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ναρκισσισμός αρσενικό

  • η αυταρέσκεια σε υπερβολικό βαθμό, ο ακραίος αυτοθαυμασμός
  • η έλξη του ατόμου προς τον ίδιο του τον εαυτό. Διακρίνεται σε πρωτογενή, οπότε είναι ένα φυσιολογικό μεταβατικό στάδιο της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού, και σε δευτερογενή, οπότε συνιστά μια παθολογική κατάσταση για τον ενήλικα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη