ναρκισσισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναρκισσισμός ναρκισσισμοί
γενική ναρκισσισμού ναρκισσισμών
αιτιατική ναρκισσισμό ναρκισσισμούς
κλητική ναρκισσισμέ ναρκισσισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναρκισσισμός < γαλλική narcissisme < Νάρκισσος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ναρκισσισμός αρσενικό

  • η αυταρέσκεια σε υπερβολικό βαθμό, ο ακραίος αυτοθαυμασμός
  • η έλξη του ατόμου προς τον ίδιο του τον εαυτό. Διακρίνεται σε πρωτογενή, οπότε είναι ένα φυσιολογικό μεταβατικό στάδιο της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού, και σε δευτερογενή, οπότε συνιστά μια παθολογική κατάσταση για τον ενήλικα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]