ναυπηγείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναυπηγείο ναυπηγεία
γενική ναυπηγείου ναυπηγείων
αιτιατική ναυπηγείο ναυπηγεία
κλητική ναυπηγείο ναυπηγεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναυπηγείο < ελληνιστική κοινή ναυπηγεῖον < ναυπηγῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /naf.pi.ˈʝi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ναυπηγείο ουδέτερο

  • (ναυπηγικός όρος): ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος με τεχνικες εγκατστάσεις χώρος, όπου κατασκευάζονται, εξοπλίζονται, επισκευάζονται και καθελκύονται πλοία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]