ναυτία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ναυτία | ναυτίες |
| γενική | ναυτίας | ναυτιών |
| αιτιατική | ναυτία | ναυτίες |
| κλητική | ναυτία | ναυτίες |
Ετυμολογία [
]
- ναυτία < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ναυτία θηλυκό
- Τάση για εμετό και ζάλη.
Μεταφράσεις [
]
ναυτία
|