ναύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναύτης ναύτες
γενική ναύτη ναυτών
αιτιατική ναύτη ναύτες
κλητική ναύτη ναύτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναύτης < αρχαία ελληνική ναύτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈna.ftis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ναύτης αρσενικό

  1. μέλος του κατώτερου πληρώματος ενός πλοίου
  2. οπλίτης του πολεμικού ναυτικού με τον κατώτατο βαθμό

32πχ Μεταφράσεις[]