νεκροκρέβατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεκροκρέβατο νεκροκρέβατα
γενική νεκροκρέβατου νεκροκρέβατων
αιτιατική νεκροκρέβατο νεκροκρέβατα
κλητική νεκροκρέβατο νεκροκρέβατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νεκροκρέβατο < νεκρός + κρεβάτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νεκροκρέβατο ουδέτερο

  1. κλίνη ή φορείο πάνω στο οποίο κοίτεται και/ή μεταφέρεται ο νεκρός
  2. το κρεβάτι πάνω στο οποίο πεθαίνει κάποιος

32πχ Μεταφράσεις[]