νεκροταφείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεκροταφείο νεκροταφεία
γενική νεκροταφείου νεκροταφείων
αιτιατική νεκροταφείο νεκροταφεία
κλητική νεκροταφείο νεκροταφεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νεκροταφείο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /nɛ.kɾɔ.ta.ˈfi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νεκροταφείο ουδέτερο

  1. τόπος προορισμένος για το θάψιμο ανθρώπων
    η κηδεία του σκηνοθέτη θα γίνει το Σάββατο στο νεκροταφείο Χαλανδρίου
  2. (μεταφορικά) τόπος όπου καταλήγει ένα σύνολο ξεπερασμένων ή κατεστραμμένων πραγμάτων
    η αυλή του έμοιαζε με νεκροταφείο χαλασμένων αυτοκινήτων

32πχ Μεταφράσεις[]