νεποτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεποτισμός νεποτισμοί
γενική νεποτισμού νεποτισμών
αιτιατική νεποτισμό νεποτισμούς
κλητική νεποτισμέ νεποτισμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νεποτισμός < από το ιταλικό nepotismο (nipote = ανιψιός).

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

νεποτισμός αρσενικό

  • Η παραχώρηση πολιτικών προνομίων και αξιωμάτων σε συγγενικά πρόσωπα, λόγω της ιδιότητάς τους ώς συγγενείς, και όχι γιατί καλύπτουν τα αντικειμενικά προσόντα για να αναλάβουν την όποια υπευθυνότητα.

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες