νεφρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεφρός νεφροί
γενική νεφρού νεφρών
αιτιατική νεφρό νεφρούς
κλητική νεφρέ νεφροί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νεφρός < αρχαία ελληνική

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

νεφρός αρσενικό και νεφρό ουδέτερο

  1. (ανατομία) το καθένα από τα δύο όργανα του σώματος του ανθρώπου και άλλων ζώων που επιτελούν τον καθαρισμό του αίματος από τα τοξικά κατάλοιπα του μεταβολισμού και την παραγωγή των ούρων
    μεταμόσχευση νεφρών

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες