νεωκόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεωκόρος νεωκόροι
γενική νεωκόρου νεωκόρων
αιτιατική νεωκόρο νεωκόρους
κλητική νεωκόρε νεωκόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νεωκόρος < νεώςναός) + κόροςκούρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νεωκόρος αρσενικό ή θηλυκό, νεωκόρισσα θηλυκό

  • λαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα ενός ναού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νεωκόρος αρσενικό

  1. φύλακας και επιστάτης ναού