νεωκόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεωκόρος νεωκόροι
γενική νεωκόρου νεωκόρων
αιτιατική νεωκόρο νεωκόρους
κλητική νεωκόρε νεωκόροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νεωκόρος < νεώςναός) + κόροςκούρος)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

νεωκόρος αρσενικό ή θηλυκό, νεωκόρισσα θηλυκό

  • λαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα ενός ναού

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

νεωκόρος αρσενικό

  1. φύλακας και επιστάτης ναού


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη