νεωτερισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νεωτερισμός | νεωτερισμοί |
| γενική | νεωτερισμού | νεωτερισμών |
| αιτιατική | νεωτερισμό | νεωτερισμούς |
| κλητική | νεωτερισμέ | νεωτερισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- νεωτερισμός < σημασιολογικό δάνειο από γαλλική nouveauté
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /nɛ.ɔ.tɛ.ɾi.ˈzmɔs/
[
]
Ουσιαστικό
νεωτερισμός αρσενικό
- η εισαγωγή και υιοθέτηση οποιουδήποτε καινούριου πράγματος (ιδέα, τρόπος συμπεριφοράς, τεχνική, προϊόν, μέθοδος κ.λπ.)
- (ειδικότερα) η τάση που εμφανίζεται κάθε φορά στο χώρο της ένδυσης
- (συνεκδοχικά) κατάστημα με ρούχα