νομέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νομέας νομείς
γενική νομέα νομέων
αιτιατική νομέα νομείς
κλητική νομέα νομείς

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

νομέας < αρχαία ελληνική νομεύς

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /nɔ.ˈmɛ.as/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

νομέας αρσενικό

  1. (νομικός όρος) το πρόσωπο που έχει φυσική εξουσία σε κάτι με τη θέληση να την έχει ως κύριος
  2. (γενικότερα) αυτός που κατέχει κι εκμεταλλεύεται κάτι
  3. ο ποιμένας
  4. (ναυτικός όρος) καθένα από τα μεταλλικά δοκάρια που συνδέονται με την καρίνα και σχηματίζουν το σκελετό του σκάφους

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη