νοσηλευτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοσηλευτής νοσηλευτές
γενική νοσηλευτή νοσηλευτών
αιτιατική νοσηλευτή νοσηλευτές
κλητική νοσηλευτή νοσηλευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νοσηλευτής < νοσηλεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νοσηλευτής αρσενικό, νοσηλεύτρια θηλυκό

  1. η επαγγελματική ιδιότητα αυτού που, έχοντας λάβει σχετική επιστημονική εκπαίδευση, ασχολείται με τη φροντίδα των ασθενών και προσφέρει πρώτες βοήθειες και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες
    ο νοσηλευτής έδωσε τις πρώτες βοήθειες στον ασθενή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]