νοσοκόμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοσοκόμα νοσοκόμες
γενική νοσοκόμας
αιτιατική νοσοκόμα νοσοκόμες
κλητική νοσοκόμα νοσοκόμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νοσοκόμα < ελληνιστική κοινή νοσοκόμος > νοσοκόμ(ος) + -α

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νοσοκόμα θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]