ντάλια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ντάλια | ντάλιες |
| γενική | ντάλιας | |
| αιτιατική | ντάλια | ντάλιες |
| κλητική | ντάλια | ντάλιες |
[
]
Ετυμολογία
- ντάλια < γαλλική dahlia
[
]
Ουσιαστικό
ντάλια θηλυκό
- (βοτανική) είδος καλλωπιστικού φυτού
- το άνθος αυτού του φυτού