νταλίκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νταλίκα | νταλίκες |
| γενική | νταλίκας | νταλικών |
| αιτιατική | νταλίκα | νταλίκες |
| κλητική | νταλίκα | νταλίκες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
νταλίκα θηλυκό
- μεγάλο φορτηγό με ρυμουλκούμενη καρότσα
- μηχανοκίνητο όχημα κατάλληλο για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων
[
]
Μεταφράσεις
νταλίκα