νταλκάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νταλκάς νταλκάδες
γενική νταλκά νταλκάδων
αιτιατική νταλκά νταλκάδες
κλητική νταλκά νταλκάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νταλκάς < τουρκική dalga

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νταλκάς και νταλγκάς αρσενικό

  1. δυνατή επιθυμία, πόθος συχνά ανεκλπήρωτος, καημός
  2. διακαής έρωτας

32πχ Μεταφράσεις[]