ντεκορατέρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ντεκορατέρ < γαλλική décorateur
[
]
Ουσιαστικό
ντεκορατέρ αρσενικό