ντοπάρισμα
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ντοπάρισμα | ντοπαρίσματα |
| γενική | ντοπαρίσματος | ντοπαρισμάτων |
| αιτιατική | ντοπάρισμα | ντοπαρίσματα |
| κλητική | ντοπάρισμα | ντοπαρίσματα |
[
]
Ετυμολογία
- ντοπάρισμα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ντοπάρισμα ουδέτερο
- → δείτε τη λέξη: ντόπινγκ