νυφίτσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νυφίτσα | νυφίτσες |
| γενική | νυφίτσας | |
| αιτιατική | νυφίτσα | νυφίτσες |
| κλητική | νυφίτσα | νυφίτσες |
[
]
Ετυμολογία
- νυφίτσα < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής νυμφίτσα, υποκοριστικό του νύμφη
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ni.ˈfi.tsa/
[
]
Ουσιαστικό
νυφίτσα θηλυκό
- (ζωολογία) μικρό σαρκοφάγο ζώο
- το μικρότερο σαρκοφάγο ζώο στην Ευρώπη, η νυφίτσα «Mustela nivalis Linné» μετρά 16 έως 19 cm για τα θηλυκά, 18 έως 22 εκατοστά για αρσενικά
- (οικείο) γυναίκα / κορίτσι γοητευτικό
- Γεια σου, όμορφη νυφίτσα!
[
]
Μεταφράσεις
νυφίτσα