νόθος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | νόθος | νόθη | νόθο |
| γενική | νόθου | νόθης | νόθου |
| αιτιατική | νόθο | νόθη | νόθο |
| κλητική | νόθε | νόθη | νόθο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | νόθοι | νόθες | νόθα |
| γενική | νόθων | νόθων | νόθων |
| αιτιατική | νόθους | νόθες | νόθα |
| κλητική | νόθοι | νόθες | νόθα |
[
]
Ετυμολογία
- νόθος < αρχαία ελληνική νόθος
[
]
Επίθετο
νόθος -η/(-α)-ο
- ο εξώγαμος
- που αποδίδεται εσφαλμένα σε κάποιο συγγραφέα, όντας ψευδεπίγραφο ή με σκοπό την εξαπάτηση
- ασαφής, συγκεχυμένος, παραπλανητικός
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Πολυλεκτικοί Όροι
- νόθες πλευρές
- νόθο κλάσμα
- νόθες δίφθογγοι
- νόθο σύνθετο: η σύνθετη λέξη της οποίας το πρώτο συνθετικό είναι μια πτώση ενός ονόματος. Π.χ. πασίγνωστος, δορίκτητος
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Επίθετο
νόθος -η/-ος -ον