νόστιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική νόστιμος νόστιμη νόστιμο
γενική νόστιμου νόστιμης νόστιμου
αιτιατική νόστιμο νόστιμη νόστιμο
κλητική νόστιμε νόστιμη νόστιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νόστιμοι νόστιμες νόστιμα
γενική νόστιμων νόστιμων νόστιμων
αιτιατική νόστιμους νόστιμες νόστιμα
κλητική νόστιμοι νόστιμες νόστιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νόστιμος < αρχαία ελληνική νόστιμος < νόστος

Open book 01.svg Επίθετο[]

νόστιμος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει πολύ ωραία γεύση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εύγευστος
    το φαγητό ήταν πολύ νόστιμο
  2. (μεταφορικά) αυτός που είναι αρκετά όμορφος ή χαριτωμένος
    η κόρη σου είναι πολύ νόστιμη

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική νόστιμος νοστίμη νόστιμον νόστιμοι νόστιμαι νόστιμα
Γενική νοστίμου νοστίμης νοστίμου νοστίμων νοστίμων νοστίμων
Δοτική νοστίμῳ νοστίμῃ νοστίμῳ νοστίμοις νοστίμαις νοστίμοις
Αιτιατική νόστιμον νοστίμην νόστιμον νοστίμους νοστίμας νόστιμα
Κλητική νόστιμε νοστίμη νόστιμον νόστιμοι νόστιμαι νόστιμα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική νοστίμω νοστίμα
Γενική-Δοτική νοστίμοιν νοστίμαιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νόστιμος < νόστος < νέομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *nes-

Open book 01.svg Επίθετο[]

νόστιμος, -η, -ον

  1. που αφορά τον νόστο, την επιστροφή στην πατρίδα
  2. που είναι ικανός να επιστρέψει στην πατρίδα, υγιής, ζωντανός
  3. (για φυτά) που δίνει μεγάλη παραγωγή
  4. θρεπτικός