νότα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νότα | νότες |
| γενική | νότας | (νοτών) |
| αιτιατική | νότα | νότες |
| κλητική | νότα | νότες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
νότα θηλυκό
- (μουσική) μουσικός φθόγγος και το αντίστοιχο γραπτό σύμβολό του (φθογγόσημο)
- απόχρωση, μικρή αλλαγή του τόνου ή της διάθεσης
- μια εύθυμη νότα που έσπασε το βαρύ κλίμα
[
]
Ετυμολογία
- νότα < γαλλική note diplomatique
[
]
Ουσιαστικό
νότα θηλυκό
- διπλωματικό σημείωμα, διακοίνωση
- διπλωματική νότα