ξάδελφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξάδελφος < εξάδελφος με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < ελληνιστική κοινή ἐξάδελφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξάδελφος αρσενικό, ξαδέλφη θηλυκό