ξάδερφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξάδερφος ξάδερφοι
γενική ξαδέρφου ξαδέρφων
αιτιατική ξάδερφο ξαδέρφους
κλητική ξάδερφε ξάδερφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξάδερφος < εξάδελφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξάδερφος αρσενικό, ξαδέρφη θηλυκό

  1. ο γιος του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου
  2. δεύτερος ξάδερφος: ο γιος του εξάδελφου ή της εξαδέλφης ενός από τους γονείς μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]