ξάφνιασμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ξάφνιασμα | ξαφνιάσματα |
| γενική | ξαφνιάσματος | ξαφνιασμάτων |
| αιτιατική | ξάφνιασμα | ξαφνιάσματα |
| κλητική | ξάφνιασμα | ξαφνιάσματα |
[
]
Ετυμολογία
- ξάφνιασμα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ξάφνιασμα ουδέτερο
- απρόσμενος, απροσδόκητος, ξαφνικός τρόμος
- απροσδόκητη έκπληξη
- μικροτραυματισμός από απότομη κίνηση