ξέρω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
μεσαιωνική λέξη < ἠξεύρω ή ξεύρω < ἐξεῦρον, αόριστος του ἐξευρίσκω, (βρίσκω)
Ρήμα
ξέρω
- γνωρίζω κάτι
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Εκφράσεις
- ένας Θεός ξέρει / ποιος ξέρει; : ποιος θα μπορούσε να γνωρίζει;
- ξέρω κάτι...
-
- απ'έξω
- απ'έξω κι ανακατωτά
- νεράκι
- στα δάχτυλα