ξέφρενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ξέφρενος < ξε- (στερητικό) + φρένες ή από τη φράση έξω φρενών (γενική πληθυντικού της λέξης φρήν αλλά και μετοχή του φρενόω, συνετίζω). Πολλοί χρησιμοποιουν τη λέξη με την έννοια του ασταμάτητου και αισθάνονται ότι η ετυμολογία είναι από το φρένο που ομως αποτελεί πολύ νεότερη λέξη

[] Open book 01.svg Επίθετο

ξέφρενος

  1. ορμητικός, πολύ γρήγορος, ασταμάτητος, χωρίς λογική, πολύ ενστικτώδης
    ξέφρενο κυνηγητό, ξέφρενη άνοδος του χρηματιστηρίου, η ξέφρενη πορεία του ΙΧ, ξέφρενο πάρτι, ξέφρενο γλέντι, ξέφρενος δανεισμός, ξέφρενος χορός


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη