ξίφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ξίφος | ξίφη |
| γενική | ξίφους | ξιφών |
| αιτιατική | ξίφος | ξίφη |
| κλητική | ξίφος | ξίφη |
Ετυμολογία [
]
- ξίφος < αρχαία ελληνική ξίφος
Προφορά [
]
(1-3) ξίφη, (4) μάχαιρα.
Ουσιαστικό [
]
ξίφος ουδέτερο
- αγχέμαχο όπλο, αποτελούμενο από μακρύ, χαλύβδινο και αιχμηρό έλασμα με μία ή δύο κόψεις και χειρολαβή, με ή χωρίς φυλακτήρα
Εκφράσεις [
]
- διασταυρώνω ξίφη (με κάποιον): έρχομαι σε οξεία αντιπαράθεση