ξαδέλφη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξαδέλφη ξαδέλφες
γενική ξαδέλφης ξαδελφών
αιτιατική ξαδέλφη ξαδέλφες
κλητική ξαδέλφη ξαδέλφες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ξαδέλφη < θηλυκό του εξάδελφος με αφαίρεση του αρχικού φωνήεντος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ksa.ˈðɛl.fi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ξαδέλφη θηλυκό και ξαδέρφη

  1. η κόρη του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες