ξαδέλφη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξαδέλφη ξαδέλφες
γενική ξαδέλφης ξαδελφών
αιτιατική ξαδέλφη ξαδέλφες
κλητική ξαδέλφη ξαδέλφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξαδέλφη < θηλυκό του εξάδελφος με αφαίρεση του αρχικού φωνήεντος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ksa.ˈðɛl.fi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξαδέλφη θηλυκό

  1. η κόρη του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]