ξανθός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ξανθός ξανθή ξανθό
γενική ξανθού ξανθής ξανθού
αιτιατική ξανθό ξανθή ξανθό
κλητική ξανθέ ξανθή ξανθό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξανθοί ξανθές ξανθά
γενική ξανθών ξανθών ξανθών
αιτιατική ξανθούς ξανθές ξανθά
κλητική ξανθοί ξανθές ξανθά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξανθός < αρχαία ελληνική άγνωστης ετυμολογίας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ksan.ˈθɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ksan.ˈθi/ /
ΔΦΑ : /ksan.ˈθia/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ksan.ˈθɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ξανθός, -ή/-ιά, -ό

  1. που έχει μαλλιά σε χρώμα ανοικτό κίτρινο ή ωχρό σαν τα στάχυα
  2. που έχει χρυσοκίτρινο χρώμα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]