ξανθός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ξανθός | ξανθή | ξανθό |
| γενική | ξανθού | ξανθής | ξανθού |
| αιτιατική | ξανθό | ξανθή | ξανθό |
| κλητική | ξανθέ | ξανθή | ξανθό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ξανθοί | ξανθές | ξανθά |
| γενική | ξανθών | ξανθών | ξανθών |
| αιτιατική | ξανθούς | ξανθές | ξανθά |
| κλητική | ξανθοί | ξανθές | ξανθά |
Ετυμολογία [
]
- ξανθός < αρχαία ελληνική άγνωστης ετυμολογίας
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
ξανθός, -ή/-ιά, -ό
- που έχει μαλλιά σε χρώμα ανοικτό κίτρινο ή ωχρό σαν τα στάχυα
- που έχει χρυσοκίτρινο χρώμα
Εκφράσεις [
]
- ξανθό γένος : οι Ρώσοι
[
]
Σύνθετα [
]
- Ξανθίππη
- ξανθογένης
- ξανθοκόκκινος
- ξανθοκυανωπία
- ξανθομάλλης
- ξανθομαλλού
- ξανθομαλλούσα
- ξανθομούστακος
- ξανθοπώγων
- ξανθότριχος
- ξανθοφύλλη
- ξανθοψία