ξεγελώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεγελώ < αρχαία ελληνική ἐκγελῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksɛ.ʝɛ.ˈlɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεγελώ, παρατ.: ξεγελούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ξεγελάσω, αόρ.: ξεγέλασα , παθ.φωνή: ξεγελιέμαι , μτχ.π.π.: ξεγελασμένος

  • εξαπατώ κάποιον με ψέμματα ή υποκρισία, τον κάνω να με πιστέψει ή να μου δείξει εμπιστοσύνη
τον ξεγέλασε και του έφαγε την περιουσία

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ξεγελώ την πείνα μου : τρώω κάτι πρόχειρο, για να μην πεινάω προσωρινά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]