ξεκουράζομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ξεκουράζομαι < ξε- + κουράζομαι, παθητική φωνή του ξεκουράζω
[
]
Ρήμα
ξεκουράζομαι
- παραμένω σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζομαι ώστε να ανακτήσω τις σωματικές, πνευματικές κλπ δυνάμεις μου και να μου φύγει η κούραση
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ξεκουράζομαι