ξενιστής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ξενιστής | ξενιστές |
| γενική | ξενιστή | ξενιστών |
| αιτιατική | ξενιστή | ξενιστές |
| κλητική | ξενιστή | ξενιστές |
[
]
Ετυμολογία
- ξενιστής < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ξενιστής αρσενικό
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.ζωικός ή φυτικός οργανισμός σε βάρος του οποίου τρέφεται το παράσιτο