ξεπερασμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ξεπερασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπερνώ
Μετοχή [
]
ξεπερασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: ξεπερνώ
Μεταφράσεις [
]
ξεπερασμένος