ξεριζώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
ξεριζώνω, παθητικό: ξεριζώνομαι, παθητική μετοχή: ξεριζωμένος
- αποσπώ ένα φυτό από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες
- (μεταφορικά) απομακρύνω με τη βία έναν πληθυσμό από την κοιτίδα του