ξερόλας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξερόλας ξερόλες
γενική ξερόλα ξερόλων
αιτιατική ξερόλα ξερόλες
κλητική ξερόλα ξερόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξερόλας < ξέρω + όλος + -ας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksε.ˈɾɔ.las/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξερόλας αρσενικό (θηλυκό: ξερόλα)

  • (προφορικό) εκείνος που πιστεύει ή συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει ότι τα γνωρίζει όλα, που έχει άποψη επί παντός επιστητού και που κατά κανόνα θεωρεί την άποψη αυτή ως και την σωστότερη όλων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]