ξερόλας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξερόλας ξερόλες
γενική ξερόλα ξερόλων
αιτιατική ξερόλα ξερόλες
κλητική ξερόλα ξερόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξερόλας < ξέρω + όλα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ΧΧΧ/


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξερόλας, -ή, -ό

  1. εκείνος ή εκείνη που πιστεύει ή συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει ότι τα γνωρίζει όλα, που έχει άποψη επί παντός επιστητού και που κατά κανόνα θεωρεί την άποψη αυτή ως και την σωστότερη όλων

32πχ Μεταφράσεις[]