ξερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ξερός ξερή ξερό
γενική ξερού ξερής ξερού
αιτιατική ξερό ξερή ξερό
κλητική ξερέ ξερή ξερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεροί ξερές ξερά
γενική ξερών ξερών ξερών
αιτιατική ξερούς ξερές ξερά
κλητική ξεροί ξερές ξερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξερός < αρχαία ελληνική ξερός, ξηρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ksɛ.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ksɛ.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ksɛ.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ξερός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει νερό ή υγρασία κι έχει στεγνώσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άνυδρος, στεγνός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: υγρός
    το κλίμα της περιοχής είναι πολύ ξερό
    τα χείλη του ήταν ξερά από τη ζέστη
  2. που έχει μαραθεί, που έχει χάσει τη στιλπνότητά του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μαραμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: χλωρός
  3. (για έδαφος) που δεν έχει βλάστηση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποψιλωμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: κατάφυτος, χλοερός
  4. που χρειάζεται να συμπληρωθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκέτος
    ήπιε ένα ξερό καφέ κι έφυγε
  5. που είναι μόνος στη ζωή
  6. ο απότομος, ο σύντομος, ο οξύς, ο σκληρός
    ακούστηκε ένας ξερός ήχος
  7. ο τυπικός, ο λακωνικός
    μου είπε ένα ξερό καλημέρα
  8. που προκαλεί ανία, που δεν έχει χάρη και ζωντάνια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανιαρός, άχαρος, βαρετός, μονότονος, πληκτικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ευχάριστος, ποικίλος
  9. (μεταφορικά) που δεν κινείται, που δεν έχει τις αισθήσεις του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναίσθητος
  10. που έχει πεθάνει

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]