ξερός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ξερός | ξερή | ξερό |
| γενική | ξερού | ξερής | ξερού |
| αιτιατική | ξερό | ξερή | ξερό |
| κλητική | ξερέ | ξερή | ξερό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ξεροί | ξερές | ξερά |
| γενική | ξερών | ξερών | ξερών |
| αιτιατική | ξερούς | ξερές | ξερά |
| κλητική | ξεροί | ξερές | ξερά |
Ετυμολογία [
]
- ξερός < αρχαία ελληνική ξερός, ξηρός
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
ξερός, -ή, -ό
- που δεν έχει νερό ή υγρασία κι έχει στεγνώσει
- που έχει μαραθεί, που έχει χάσει τη στιλπνότητά του
- (για έδαφος) που δεν έχει βλάστηση
- που χρειάζεται να συμπληρωθεί
- που είναι μόνος στη ζωή
- ο απότομος, ο σύντομος, ο οξύς, ο σκληρός
-
- ακούστηκε ένας ξερός ήχος
-
- ο τυπικός, ο λακωνικός
-
- μου είπε ένα ξερό καλημέρα
-
- που προκαλεί ανία, που δεν έχει χάρη και ζωντάνια
- (μεταφορικά) που δεν κινείται, που δεν έχει τις αισθήσεις του
- που έχει πεθάνει
Εκφράσεις [
]
- κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά : για περιπτώσεις που μαζί με εκείνους που ευθύνονται για κάτι δέχονται τις αρνητικές συνέπειες και όσοι δεν ευθύνονται
- μένω ξερός → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα και τα κακάρωσα
- ξερό κεφάλι : ο πεισματάρης, ο επίμονος, ο ισχυρογνώμων
- ξερός βήχας : ο ξερόβηχας