ξεσκεπάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ξεσκεπάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
ξεσκεπάζω
- βγάζω το κάλυμμα από κάτι ώστε να φαίνεται, να μην είναι σκεπασμένο πια
- (μεταφορικά) φέρνω κάτι κρυμμένο ή μυστικό στην επιφάνεια