ξεσκεπάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξεσκεπάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα []

ξεσκεπάζω

  1. βγάζω το κάλυμμα από κάτι ώστε να φαίνεται, να μην είναι σκεπασμένο πια
  2. (μεταφορικά) φέρνω κάτι κρυμμένο ή μυστικό στην επιφάνεια

32πχ Μεταφράσεις []