ξεσκονίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
ξεσκονίζω
- απομακρύνω τη σκόνη, καθαρίζω
- (μεταφορικά) ξαναθυμάμαι κάνοντας επανάληψη σε κάτι που είχα μάθει πριν από καιρό
- πρέπει να ξεσκονίσω λίγο τα αγγλικά μου
- (μεταφορικά) εξετάζω εξονυχιστικά κάτι κάποιον