ξεφούσκωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ξεφούσκωτος ξεφούσκωτη ξεφούσκωτο
γενική ξεφούσκωτου ξεφούσκωτης ξεφούσκωτου
αιτιατική ξεφούσκωτο ξεφούσκωτη ξεφούσκωτο
κλητική ξεφούσκωτε ξεφούσκωτη ξεφούσκωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεφούσκωτοι ξεφούσκωτες ξεφούσκωτα
γενική ξεφούσκωτων ξεφούσκωτων ξεφούσκωτων
αιτιατική ξεφούσκωτους ξεφούσκωτες ξεφούσκωτα
κλητική ξεφούσκωτοι ξεφούσκωτες ξεφούσκωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεφούσκωτος < ξεφουσκώνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ξεφούσκωτος

  1. ο ξεφουσκωμένος, που έχει χάσει τον αέρα που περιείχε (για αντικείμενα που φουσκώνουν)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]