ξεφτέρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ξεφτέρι | ξεφτέρια |
| γενική | ξεφτεριού | ξεφτεριών |
| αιτιατική | ξεφτέρι | ξεφτέρια |
| κλητική | ξεφτέρι | ξεφτέρια |
Ετυμολογία [
]
- ξεφτέρι < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ξεφτέρι ουδέτερο
- λαϊκή ονομασία του γερακιού με την επιστημονική ονομασία Ιέραξ ο Κορυδαλλοφάγος (Falco subbuteo), με χαρακτηριστικό ξανθό χρώμα στα φτερά των ποδιών, πάρα πολύ γρήγορο σε σημείο να μπορεί να συλλαμβάνει μικρά πουλιά στον αέρα
- κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά ένα αντικείμενο ή έναν τομέα σε βαθμό που να είναι πολύ γρήγορος στην εξεύρεση λύσεων και την αντιμετώπιση καταστάσεων σε σχέση με το αντικείμενο
- έχει γίνει πια ξεφτέρι στη δουλειά που κάνει
- είναι ξεφτέρι στα φιλολογικά αλλά σκράπας στη βιολογία
- (κατ' επέκταση) πολύ εύστροφος και έξυπνος άνθρωπος
Μεταφράσεις [
]
το Falco subbuteo