ξεφτέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεφτέρι ξεφτέρια
γενική ξεφτεριού ξεφτεριών
αιτιατική ξεφτέρι ξεφτέρια
κλητική ξεφτέρι ξεφτέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξεφτέρι < μεσαιωνική ελληνική ξεφτέριν < ξυπτέριν < εξυπτέριον < ὀξυπτέριον (για το γεράκι και την ταχύτητά του) < ὀξύ + πτέρυξ
Δεντρογέρακο σε πτήση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξεφτέρι ουδέτερο

  1. λαϊκή ονομασία του γερακιού με την επιστημονική ονομασία Ιέραξ ο Κορυδαλλοφάγος (Falco subbuteo) ή δεντρογέρακο, με χαρακτηριστικό ξανθό χρώμα στα φτερά των ποδιών, πάρα πολύ γρήγορο σε σημείο να μπορεί να συλλαμβάνει μικρά πουλιά στον αέρα
  2. κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά ένα αντικείμενο ή έναν τομέα σε βαθμό που να είναι πολύ γρήγορος στην εξεύρεση λύσεων και την αντιμετώπιση καταστάσεων σε σχέση με το αντικείμενο
    έχει γίνει πια ξεφτέρι στη δουλειά που κάνει
    είναι ξεφτέρι στα φιλολογικά αλλά σκράπας στη βιολογία
  3. (κατ’ επέκταση) πολύ εύστροφος και έξυπνος άνθρωπος
  4. για τα ξεφτέρια, τα εξαπτέρυγα της Εκκλησίας, μπορείτε να δείτε το αντίστοιχο λήμμα

32πχ Μεταφράσεις[]