ξεχαρβαλωμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ξεχαρβαλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεχαρβαλώνω
Μετοχή [
]
ξεχαρβαλωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: ξεχαρβαλώνω
Μεταφράσεις [
]
ξεχαρβαλωμένος