ξημερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ξημερώνω < μεσαιωνική ελληνική < εξημερώνω < εξ- + ημέρα

[] Open book 01.svg Ρήμα

ξημερώνω, παρατ.: ξημέρωνα, στιγμ. μέλλ.: θα ξημερώσω, αόρ.: ξημέρωσα , παθ.φωνή: ξημερώνομαι , μτχ.π.π.: ξημερωμένος

  1. (αμετάβατο) (στους παρελθοντικούς χρόνους) περνώ όλη τη νύχτα χωρίς να κοιμηθώ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ξημερώνομαι
    άντε να φύγουμε επιτέλους γιατί ξημερώσαμε εδώ πέρα
  2. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να μείνει άγρυπνος μέχρι το ξημέρωμα
    • (κατ' επέκταση) προκαλώ σε κάποιον μεγάλη καθυστέρηση
    μας ξημέρωσε με την πολυλογία του
  3. (στο γ' ενικό) ξημερώνει: αρχίζει η νέα ημέρα με την ανατολή του ήλιου, χαράζει, φαίνεται το πρώτο φως του ήλιου

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες