ξηροφθαλμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξηροφθαλμία ξηροφθαλμίες
γενική ξηροφθαλμίας ξηροφθαλμιών
αιτιατική ξηροφθαλμία ξηροφθαλμίες
κλητική ξηροφθαλμία ξηροφθαλμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξηροφθαλμία < ελληνιστική κοινή ξηρός και ὀφθαλμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξηροφθαλμία θηλυκό (δόκιμο στον ενικό)

  1. σύμπτωμα και μερικές φορές πάθηση των οφθαλμών, κατά την οποία αυτά ξηραίνονται από μειωμένη παραγωγή δακρύων ή για ορμονικούς και άλλους λόγους, κάποιοι από τους οποίους είναι παθολογικοί


32πχ Μεταφράσεις[]