ξινισμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ξινισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξινίζω
Μετοχή [
]
ξινισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: ξινίζω
Μεταφράσεις [
]
ξινισμένος