ξιφομαχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξιφομαχώ < λόγιο ρήμα ξιφομαχῶ < ξιφομάχος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξιφομαχώ

  1. δίνω μάχη με ξίφος, ξιφουλκώ
  2. ασχολούμαι με το άθλημα της ξιφασκίας
  3. μεταφορικά, δίνω με πάθος μάχη για κάτι
  4. παίζω με κάτι που θυμίζει σπαθί (ξιφωμαχώντας με μαχαιροπήρουνα, καρέκλες κ.λπ.)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]