ξυλόβιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυλόβιδα ξυλόβιδες
γενική ξυλόβιδας
αιτιατική ξυλόβιδα ξυλόβιδες
κλητική ξυλόβιδα ξυλόβιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξυλόβιδα < ξύλο + βίδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ξυλόβιδα θηλυκό

  1. ξύλινη βίδα
  2. μεταλλική βίδα που έχει κατάλληλο σπείρωμα ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ξύλο, κάθε μυτερή βίδα που έχει σπείρες λεπτές και κοφτερές και κεφάλι επίπεδο στο πάνω μέρος αλλά καμπύλο στην πλευρά του σπειρώματος

32πχ Μεταφράσεις[]