ξυπόλυτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ξυπόλυτος ξυπόλυτη ξυπόλυτο
γενική ξυπόλυτου ξυπόλυτης ξυπόλυτου
αιτιατική ξυπόλυτο ξυπόλυτη ξυπόλυτο
κλητική ξυπόλυτε ξυπόλυτη ξυπόλυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξυπόλυτοι ξυπόλυτες ξυπόλυτα
γενική ξυπόλυτων ξυπόλυτων ξυπόλυτων
αιτιατική ξυπόλυτους ξυπόλυτες ξυπόλυτα
κλητική ξυπόλυτοι ξυπόλυτες ξυπόλυτα
ξυπόλυτος άνθρωπος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ξυπόλυτος < μεσαιωνική ελληνική < εξυπόλυτος < εξυπολύομαι < εξ- + αρχαία ελληνική ὑπολύω

Open book 01.svg Επίθετο[]

ξυπόλυτος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει γυμνά πόδια

Εκφράσεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]